en el

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΡΑΣΗ-ΔΙΚΤΥΩΣΗ-ΣΥΝΗΓΟΡΙΑ

Business people standing with hands together

Η συμβολή των κοινωνικών Δικτύων στην άσκηση πίεσης για τη χάραξη κοινωνικής πολιτικής ήταν τα προηγούμενα χρόνια (και παραμένει ως ένα βαθμό) στην Ευρώπη ένας βασικός πυλώνας άσκησης του δημοκρατικού δικαιώματος για συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στις στρατηγικές πολιτικές επιλογές της ΕΕ και κατ’ επέκταση και των κρατών-μελών.
Μεγάλες Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Οργανώσεις και Δίκτυα, μεγάλα ευρωπαϊκά Συνδικάτα και Δίκτυα συνδικάτων, διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο -αν και όχι χωρίς εμπόδια, αντιθέσεις και συγκρούσεις- στο ευρωπαϊκό κεκτημένο όπως το γνωρίσαμε τα χρόνια πριν την κρίση, οικονομική, κοινωνική και πολιτική, στην Ευρώπη.

Η Παγκόσμια Οργάνωση Εργασίας (ILO), ο Παγκόσμιος Οργανισμός Μετανάστευσης, η Διεθνής Αμνηστία, το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Καταπολέμησης της Φτώχειας, το Ευρωπαϊκό Λόμπυ Γυναικών κ.ά. εκπροσωπούσαν και εξακολουθούν να εκπροσωπούν μεγάλες κοινωνικές κατηγορίες πολιτών που από την μια αποτελούσαν τον κόσμο της εργασίας και από την άλλη βίωναν ή κινδύνευαν να βιώσουν φτώχεια και κοινωνικό αποκλεισμό και πολλαπλές διακρίσεις.

Ακόμα και σήμερα, η οργανωμένη έκφραση της «κοινωνίας των πολιτών», δηλαδή το σύνολο των εθελοντικών και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, αποτελεί σημαντικό πυλώνα άσκησης πίεσης και διαμόρφωσης των όρων για ανάδειξη και διεκδίκηση δικαιωμάτων, για λογοδοσία και διαφάνεια των κυβερνήσεων.

Στην Ελλάδα, η κοινωνία των πολιτών αν και ισχνή, παρά ταύτα επιχειρεί να διαδραματίσει ένα ρόλο στη δημόσια διαβούλευση και τη διατύπωση προτάσεων πολιτικής. Το περιορισμένο κύρος και ισχύς των οργανώσεων που δραστηριοποιούνται πολλαπλά στο κοινωνικό πεδίο είχε ως αποτέλεσμα η συμμετοχή τους στο πολιτικό γίγνεσθαι να καταγράφεται συχνά ως προσχηματική προκαλώντας αμηχανία και απαξίωση του ρόλου τους.

H συμμετοχή των γυναικών και κυρίως η ανάδειξη της οπτικής του φύλου μέσα από αυτές τις διαδικασίες, ήταν πάντοτε περιορισμένη ενώ η αυτό-οργάνωση των γυναικών στη βάση της κοινής ταυτότητας (πχ μόνες γονείς, μετανάστριες κ.ά) αναδύθηκε σποραδικά χωρίς να μπορέσει να παγιώσει το ρόλο της και αυτήν ακόμη την οργανική σύνδεσή της με το γυναικείο και φεμινιστικό κίνημα.
Το Κέντρο Διοτίμα, ως εκ της φυσιογνωμίας του, ήταν από την ίδρυσή του ένας Μη Κυβερνητικός Φορέας με φεμινιστικές καταβολές και θεωρητική προσέγγιση που επιδίωξε μέσω της πολλαπλής δράσης του, τόσο στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής, όσο και στην ερευνητική και επιστημονική του ενασχόληση με θέματα που βιώνουν οι γυναίκες και αποτελούν πεδία έμφυλων διακρίσεων και ανισοτήτων, να αναδείξει συστηματικά αυτά τα ζητήματα και κυρίως να ενισχύσει και στηρίξει τις ίδιες τις γυναίκες στην αυτό-οργάνωσή τους.
Συμμετείχε έτσι, από τη μία πλευρά, σε Δίκτυα προώθησης κοινωνικών και πολιτικών θέσεων και διεκδίκησης δικαιωμάτων ομάδων γυναικών με τις οποίες ερχόταν σε επαφή και παρείχε υπηρεσίες ενδυνάμωσης ή/και εργασιακής προετοιμασίας, όπως το Δίκτυο των ΚΕΣΥΥ (Κέντρα Συνοδευτικών Υποστηρικτικών Υπηρεσιών) και το Δίκτυο Καταπολέμησης της Φτώχειας, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να ενισχύσει ομάδες γυναικών χωρίς πρόσβαση σε βασικά κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα, να αναδείξουν και προωθήσουν στη δημόσια συζήτηση θέματα που δεν καλύπτονται επαρκώς από τη δημόσια κριτική και προβληματική όπως τα θέματα των γυναικών μεταναστριών. Ένα σημαντικό εγχείρημα στην κατεύθυνση αυτή ήταν η δημιουργία του ΔΕΣΜε (Δίκτυο Ένταξης Μεταναστριών) που επεξεργάστηκε και έθεσε με ολοκληρωμένο τρόπο το ζήτημα της γυναικείας μετανάστευσης και επέλεξε ως θέμα αιχμής την οικιακή εργασία των μεταναστριών και τη διαμόρφωση μιας δέσμης αιτημάτων τόσο από τη σκοπιά του φύλου όσο και από τη σκοπιά της εργασίας/δικαιωμάτων επιχειρώντας να τα συνδέσει, δεδομένο καθόλου αυτονόητο…